HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γόπα

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. είδος μικρού ψαριού (Βόωψ ο βόωψ, Boops boops) της οικογένειας των Σπαριδών, γκριζογάλαζο και ασημί, που συναντάται συχνά στα ανατολικά ύδατα του Ατλαντικού Ωκεανού, στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα
  2. αυτό που μένει από το τσιγάρο αφού κάποιος το έχει καπνίσει
    familiar

Ισοδύναμα

Españolboga
Françaisbogabogue
11 more languages
Catalàboga
Suomiboga
Galegoboga
Kurdîbox
Latinabox
Nederlandsbokvis
Polskikiep
中文煙頭
繁體中文煙頭

Παραδείγματα

“※ Κατά την τάξη του διώροφου, όπως άλλωστε των περισσότερων σπιτιών στις παραθαλάσσιες πόλεις και χωριά της Ελλάδας, τη Δευτέρα τρώνε ψάρι, πρωί πρωί λοιπόν η Μόσχα παρέα με τη Λενιώ πήγαν στην Πλακούρα, ξεψαρίζανε δράκαινες, σκορπίνες και αφρόψαρα, σούπα ή γόπες για τηγάνι, αναρωτήθηκε και παρέκαμψε τις γόπες που αρέσανε πολύ στη μάνα της· η αύρα του Αιγαίου της πήρε το βάρος που είχε στο κεφάλι, τον τελευταίο καιρό είχε για πρώτη φορά γνωρίσει την κόπωση της αϋπνίας, ήρθε η στιγμή να πάω κι εγώ στο γερο-Ρεσβάνη για τα γνωστά δισκία, σκεφτόταν ηττημένη.”
“※ Εικοσιδύο γόπες μέτρησε στο σταχτοδοχείο. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)”
“※ Από νωρίς, η Θάλεια είχε πείσει εαυτήν ότι δεν είχε ιδέα για τα όπλα, ότι δεν ήξερε πως το τουφέκι που έπαιρνε συχνά μαζί του στο κυνήγι ήταν καλάσνικοφ, ότι, παρόλο που κατέβαινε μια φορά στις δυο βδομάδες να παστρέψει την ανήλιαγη κάμαρα απ' τις γόπες, τα αποφάγια, τα άδεια μπουκάλια και τα βρομισμένα μυξομάντιλα, δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι της στο υπόγειο του σπιτιού. Μόνο μ' αυτή τη σιγουριά συνέχιζε να ζει.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γόπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free