HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γυμνισμός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
ʝi.mniˈzmos

Ορισμοί

  1. θεώρηση και πρακτική που προκρίνει τη γυμνότητα, την επαφή με τη φύση και την απαλλαγή από τις συμβάσεις του πολιτισμού
  2. η τάση να περιφέρεται κάποιος γυμνός για διάφορους λόγους

Ισοδύναμα

26 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γυμνισμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free