Meaning of γυαλάκια | Babel Free
/ʝaˈla.ca/Ορισμοί
- μικρά γυαλιά (οπτικά βοηθήματα)
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γυαλάκι accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“φοράει κάτι στρογγυλά μικρά γυαλάκια που της πάνε πολύ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.