Σημασία του γραμμικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με γραμμή
- που αφορά στη σχεδίαση με χρήση γεωμετρικών οργάνων
- που απεικονίζεται ως ευθεία γραμμή
-
που εξελίσσεται στη νοητή γραμμή του χρόνου σε μία μόνο κατεύθυνση figuratively
- χαρακτηρισμός συλλαβικών συστημάτων γραφής
- που χρησιμοποιείται με κάποια σειρά (πχ. μαγνητική ταινία, κινηματογραφική ταινία, μυθιστόρημα, κλπ.), αντίθετα με το μη γραμμικό μέσο (πχ. λεξικό, εφημερίδα, υπερκείμενο, κλπ.)
Ισοδύναμα
Български
линеен
Čeština
lineární
Ελληνικά
ευθύγραμμος
Suomi
johdonmukainen
lineaari
lineaarinen
suoraketjuinen
suoralinjainen
suoraviivainen
suoraviivainen
tasasoukka
tasasoukka
viivamainen
日本語
線形
Kurdî
garis
Nederlands
lineair
Português
linear
Українська
лінійний
Tiếng Việt
tuyến tính
Παραδείγματα
“γραμμικό σχέδιο (σε αντιδιαστολή με το ελεύθερο σχέδιο)”
“γραμμική συνάρτηση”
“σε αυτό το μυθιστόρημα η αφήγηση είναι γραμμική, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν ή πρόδρομη αφήγηση”
“η γραμμική γραφή Β των μυκηναϊκών πινακίδων αποκρυπτογραφήθηκε από τους Βέντρις και Τσάνγουικ”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free