γραμμικός
Ορισμοί
- ο σχετικός με γραμμή
- που αφορά στη σχεδίαση με χρήση γεωμετρικών οργάνων
- που απεικονίζεται ως ευθεία γραμμή
-
που εξελίσσεται στη νοητή γραμμή του χρόνου σε μία μόνο κατεύθυνση figuratively
- χαρακτηρισμός συλλαβικών συστημάτων γραφής
- που χρησιμοποιείται με κάποια σειρά (πχ. μαγνητική ταινία, κινηματογραφική ταινία, μυθιστόρημα, κλπ.), αντίθετα με το μη γραμμικό μέσο (πχ. λεξικό, εφημερίδα, υπερκείμενο, κλπ.)
Ισοδύναμα
26 more languages
Българскилинеен
Češtinalineární
Ελληνικάευθύγραμμος
Suomijohdonmukainenlineaarilineaarinensuoraketjuinensuoralinjainensuoraviivainentasasoukkaviivamainen
日本語線形
Kurdîgaris
Nederlandslineair
Portuguêslinear
Українськалінійний
Tiếng Việttuyến tính
Παραδείγματα
“γραμμικό σχέδιο (σε αντιδιαστολή με το ελεύθερο σχέδιο)”
“γραμμική συνάρτηση”
“σε αυτό το μυθιστόρημα η αφήγηση είναι γραμμική, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν ή πρόδρομη αφήγηση”
“η γραμμική γραφή Β των μυκηναϊκών πινακίδων αποκρυπτογραφήθηκε από τους Βέντρις και Τσάνγουικ”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free