Meaning of γράνα | Babel Free
/ˈɣɾana/Ορισμοί
- τάφρος που καλύπτεται με νερό
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γρανάς
- αμυντική τάφρος πέριξ κάστρου, πύργου ή οχυρού
- χαντάκι, αυλάκι, υδραγωγός
Παραδείγματα
“Ποιος θα δει την κομμένη γράνα;”
Who will notice the dissected irrigation ditch?
“μάχη της Γράνας, (Τρίπολη, Ελληνική Επανάσταση του 1821)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.