HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γράνα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈɣɾana/

Ορισμοί

  1. τάφρος που καλύπτεται με νερό
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γρανάς
  3. αμυντική τάφρος πέριξ κάστρου, πύργου ή οχυρού
  4. χαντάκι, αυλάκι, υδραγωγός

Παραδείγματα

“Ποιος θα δει την κομμένη γράνα;”

Who will notice the dissected irrigation ditch?

“μάχη της Γράνας, (Τρίπολη, Ελληνική Επανάσταση του 1821)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γράνα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course