Meaning of γουστέρα | Babel Free
Ορισμοί
- μεγάλη και συνήθως πράσινη σαύρα (Lacerta viridis) που ζει σε ηλιόλουστους, ξηρούς βιότοπους και κινείται ταχύτατα ανάμεσα σε βράχια και χαμηλή βλάστηση
-
μικρή σαύρα general
Παραδείγματα
“※ Ούτε τα δέντρα πρόσεχε, ούτε τις γουστέρες, που τρύπωναν στα χαμόκλαδα, καταπράσινες σα φρεσκοβαμμένες (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.