Meaning of γνεύσιος | Babel Free
Ορισμοί
είδος πετρώματος αρκετά διαδεδομένου, που μοιάζει με γρανίτη και που έχει σχηματιστεί από μεταμόρφωση πυριγενών αλλά και ιζηματογενών πετρωμάτων και περιέχει χαλαζία, άστριο κ.ά.
Ισοδύναμα
English
Gneiss
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.