HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γλωσσικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με την γραπτή και προφορική επικοινωνία, με το λόγο
  2. ο σχετικός με το όργανο της γλώσσας

Παραδείγματα

“※ Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γλωσσικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course