γκριμάτσες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γκριμάτσα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Το παιδί έκανε αστείες γκριμάτσες για να μας γελάσει.”
The child made funny grimaces to make us laugh.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free