Meaning of γκομενίζω | Babel Free
Ορισμοί
κυνηγάω γκόμενες (ή γκόμενους), φλερτάρω
familiar
Παραδείγματα
“※ γκομενίζει με όποια σχεδόν έπεφτε στο δρόμο του (εκείνος, που ως τότε ντρεπόταν υπερβολικά τα κορίτσια) (⌘ Χ. Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“※ από τη στιγμή που «μου μπήκε» η ιδέα πως ο Τζόναθαν γκομενίζει με τον Άρθρουρ, η συμβίωσή μας μετατράπηκε σ' ένα συνεχή πανικό (Παύλος Θ. Κάγιος, Μη μ' αφήσεις να χαθώ, εκδ. Καστανιώτη, 2013)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.