HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γκέτο

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
ˈɟe.to

Ορισμοί

  1. εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν
  2. μέρος μιας πόλης όπου κατοικεί μειονότητα, συνήθως υποβαθμισμένη οικονομικά
    figuratively
  3. κατάσταση απομόνωσης από τον εξωτερικό κόσμο
    broadly

Ισοδύναμα

Englishghetto
Françaisfavelleghetto
24 more languages
العربيةغِيتُو
Bosanskigeto
Catalàcalljueria
Češtinaghetto
Esperantogeto
हिन्दीबस्ती
Hrvatskigeto
Magyargettó
Italianoghetto
日本語ゲットー
ქართულიგეტო
한국어게토
Nederlandsgettojodenbuurt
Portuguêsfaveladoghettoguetojudiaria
Românăghetou
Српскиgeto
Svenskagetto
Українськагетто

Παραδείγματα

“Οι κάτοικοι του γκέτο ζούσαν σε άθλιες συνθήκες.”

The residents of the ghetto lived in miserable conditions.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γκέτο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free