Σημασία του γκέισα | Babel Free
ˈɟei̯.saΟρισμοί
Γιαπωνέζα, ειδικά εκπαιδευμένη στην παραδοσιακή τελετουργία του τσαγιού, το τραγούδι και τον χορό, που κρατάει συντροφιά σε άντρες και τους διασκεδάζει, δεν είναι όμως ιερόδουλος
Ισοδύναμα
العربية
غَيْشَا
Azərbaycanca
geyşa
Čeština
gejša
Deutsch
Geisha
English
Geisha
Esperanto
gejŝo
Français
geisha
עברית
גישה
हिन्दी
गीशा
Magyar
gésa
Italiano
geisha
ქართული
გეიშა
Kurdî
geyşa
Македонски
гејша
မြန်မာဘာသာ
ဂေးရှား
Nederlands
geisha
Polski
gejsza
Română
gheișă
Русский
гейша
Svenska
geisha
ไทย
เกอิชา
Türkçe
geyşa
中文
藝妓
ZH-TW
藝妓
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free