γκέισα
Ορισμοί
Γιαπωνέζα, ειδικά εκπαιδευμένη στην παραδοσιακή τελετουργία του τσαγιού, το τραγούδι και τον χορό, που κρατάει συντροφιά σε άντρες και τους διασκεδάζει, δεν είναι όμως ιερόδουλος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η γκέισα σέρβιρε το τσάι με μεγάλη χάρη.”
The geisha served the tea with great grace.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free