Meaning of γιγαντο- | Babel Free
/ʝi.ɣan.do/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που σημαίνει ότι το αντικείμενο ή το φαινόμενο έχει διαστάσεις, όγκο ή ισχύ σημαντικά πάνω από το συνηθισμένο
- πρώτο συνθετικό που συνδέει το βʹ συνθετικό με τους Γίγαντες της αρχαίας ελληνικής μυθολογία, δηλώνοντας σχέση με αυτούς ή με γεγονότα που τους αφορούν
Παραδείγματα
“γιγαντοοθόνη / γιγαντοθόνη”
“γιγαντόσωμος”
“γιγανταιώρημα”
“γιγαντομαχία (αρχαία ελληνική Γιγαντομαχία)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.