Meaning of γιδο- | Babel Free
/ʝi.ðo/Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία της γίδας / αίγας
Παραδείγματα
“γιδο- (gido-) + βοσκός (voskós, “shepherd”) → γιδοβοσκός (gidovoskós, “goatherd”)”
“γιδοπρόβατα”
“γιδόμαλλο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.