Meaning of γιουρο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό που προσδίδει στο βʹ συνθετικό της σύνθετης λέξης τη σημασία της Ευρώπης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ευρωπαϊκού
- διαλεκτική μορφή του γυρο-
Παραδείγματα
“γιουρομπάσκετ (ευρωμπάσκετ)”
“γιουρολόγος (γυρολόγος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.