γενικούρα
Ορισμοί
πρόχειρη και σχετικά αγενής λέξη για τη γενίκευση, την κουραστική ή σκόπιμα αποπροσανατολιστική γενικολογία, με έντονη αρνητική χροιά για το συνομιλητή
slang
Ισοδύναμα
14 more languages
العربيةعموم
Češtinaobecnost
Ελληνικάγενικότητα
Galegoxeneralidade
日本語大概
Portuguêsgeneralidade
Русскийобобщение
Svenskaöversiktlighet
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free