Meaning of γαμιόλης | Babel Free
/ɣaˈmɲolis/Ορισμοί
-
κυριολεκτικά αυτός/ή που γαμιέται, στην πράξη: υβριστικός χαρακτηρισμός vulgar
-
χυδαίος χαρακτηρισμός ανθρώπου ιδιαίτερα ικανού στη γενετήσια πράξη vulgar
Παραδείγματα
“Πες του να πάει να γαμηθεί, τον γαμιόλη!”
Tell him to fuck off, the fucker!
“※ λοιπόν ε με γουστάρεις μωρή γαμιόλα με θέλεις κι εσύ έτσι πέσε υποτάξου (Νίκος Α. Μάντης, Ψευδώνυμο: Διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 81)”
“※ Αυτή τη φορά μάτωσε η μύτη μου, αλλά δεν το κατάλαβα ότι ήταν η μύτη μου, είδα μόνο το αίμα και μου 'ρθε να κάνω φόνο, σοβαρολογώ, άρχισα να ξεφωνίζω, Θα σε σκοτώσω, γαμιόλη, φασιστικό γουρούνι. (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Πατάκη, 2001, σελ. 38)”
“※ τα «αχ και τα βαχ» , ο τρόπος της να τον σφίγγει σαν «πίνα» και να τον ελευθερώνει (ήταν γλυκιά γαμιόλα στο κρεβάτι) όπως σφαδάζει ... (Βασίλης Βασιλικός, εκδ. Λιβάνη, 1997, σελ. 324)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.