Meaning of γαμήσιμος | Babel Free
Ορισμοί
- πρόσωπο που αξίζει να έχεις μαζί του ερωτική επαφή
- που έχει φτάσει στη σεξουαλική ενηλικίωση, στην ηλικία της σεξουαλικής ωρίμανσης
Παραδείγματα
“※ Την ιδέα φυσικά έριξε ο Παπαγιώργης και συμφωνήσαμε σχεδόν όλοι με ενθουσιασμό, λόγω προχωρημένης μέθης. Λέω σχεδόν όλοι γιατί ο Βακαλόπουλος προέβαλε κάποιες αντιστάσεις […]. Παρέα για να την πάρει ο διάβολος, εμείς, φίλες, καμία ερωμένη και μία γαμήσιμη άφιξη από το πουθενά. Από την «Ανατολή», αυτοβιογραφική αφήγηση του συγγραφέα Θάνου Σταθόπουλου, αναρτημένη στον ιστότοπο Bibliothèque.gr - Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη στις 29 Ιανουαρίου 2013· πρόσβαση: 2019-09-10.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.