HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γήρανση | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈʝi.ɾan.si

Ορισμοί

  1. το γέρασμα, η αύξηση της ηλικίας σε συνδυασμό τις αλλοιώσεις που προκύπτουν στον οργανισμό
  2. η ποσοστιαία αύξηση των ανθρώπων προχωρημένης ηλικίας σε βάρος των νεοτέρων

Ισοδύναμα

العربية شيخوخة هرم
Català envelliment
Čeština stárnutí
English Aging
Eesti vananemine
فارسی پیری
עברית הזדקנות
Bahasa Indonesia penuaan
Italiano invecchiamento
日本語 加齢 老化
Қазақша қартаю
한국어 노화 로화
Македонски стареење
Bahasa Melayu penuaan
Nederlands veroudering
Polski starzenie
Português envelhecimento
Română îmbătrânire
Türkçe yaşlanma
Українська ста́рі́ння

Παραδείγματα

“η γήρανση των κυττάρων”
“Η φυσική γήρανση μιας χώρας οδηγεί σε κοινωνική τελμάτωση.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γήρανση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free