HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βότανο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈvo.ta.no

Ορισμοί

  1. ποώδες φυτό
  2. φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες
    especially
  3. τμήμα φυτού με φαρμακευτικές ιδιότητες, συνήθως αποξηραμένο, αλλά και το υγρό παρασκεύασμα που φτιάχνεται από αυτό (αφέψημα, εκχύλισμα κλπ.)
    broadly

Ισοδύναμα

Български билка
Čeština bylina
English flower herb plant plant
Español yerba
Français herbe herbe herbe plante médicinale
Magyar
Italiano erba
Kurdî herb
Polski zioło
Português erva
Română plantă planta
Српски биљка

Παραδείγματα

“※ Ο κομπογιαννίτης περιεφέρετο εἰς τὸν δρόμον σοβαρώτατος , κρατών κιβωτίδιον πλῆρες φαρμάκων, ὁ δὲ βοηθός του (τὸ κοπέλλι) ἐφώναζε: «γιατρός ! γιατρικά ! βότανα γιὰ κάθε ἀρρώστια !» (Δημήτριος Γρηγορίου Καμπούρογλους, Ιστορία των Αθηνών Τουρκοκρατία. Περίοδος πρώτη 1458-1687, τόμος 3, Α. Παπαγεωργίου, 1896)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βότανο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free