Meaning of βόρβορος | Babel Free
/ˈvoɾ.vo.ɾos/Ορισμοί
- λάσπη με ακαθαρσίες και δυσοσμία που εμφανίζεται στον πυθμένα υδάτινων εκτάσεων (π.χ. λιμάνια, ποτάμια, λίμνες κ.λπ.)
-
η έσχατη ηθική κατάπτωση και διαφθορά figuratively
Ισοδύναμα
English
Mire
Παραδείγματα
“※ Ἰδοὺ λοιπόν· ἐρευνῶ τὸ στερέωμα ἀπὸ σπόντα βυθίζων τὸ βλέμμα εἰς τὸ βάθος τοῦ ἀπείρου… βορβόρου. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.