HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βόρβορος | Babel Free

Noun CEFR B2
/ˈvoɾ.vo.ɾos/

Ορισμοί

  1. λάσπη με ακαθαρσίες και δυσοσμία που εμφανίζεται στον πυθμένα υδάτινων εκτάσεων (π.χ. λιμάνια, ποτάμια, λίμνες κ.λπ.)
  2. η έσχατη ηθική κατάπτωση και διαφθορά
    figuratively

Ισοδύναμα

English Mire

Παραδείγματα

“※ Ἰδοὺ λοιπόν· ἐρευνῶ τὸ στερέωμα ἀπὸ σπόντα βυθίζων τὸ βλέμμα εἰς τὸ βάθος τοῦ ἀπείρου… βορβόρου. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βόρβορος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course