Meaning of βρυγμός | Babel Free
/vɾiɣˈmos/Ορισμοί
το σφίξιμο ή τρίξιμο των δοντιών το οποίο γίνεται ασυναίσθητα κατά τη διάρκεια του ύπνου ή λόγω άγχους
Ισοδύναμα
English
bruxism
Παραδείγματα
“※ Κλιμάκωση υπήρξε και στο μετεκλογικό τρίξιμο δοντιών. Ο βρυγμός προς τη γαλλική πλευρά ήταν ανεπαίσθητος, προς δε τη δική μας πολύ ισχυρότερος και απειλητικότερος.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.