Meaning of βροντή | Babel Free
/vɾonˈdi/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- γυναικείο όνομα
- δυνατός κι εξακολουθητικός κρότος που ακούγεται μετά από την εμφάνιση μιας αστραπής
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Βροντής)
- οποιοσδήποτε δυνατός κρότος ή θόρυβος
Παραδείγματα
“※ Βροντές μακρινές ακούστηκαν· μύρισε ο αγέρας βροχή. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.