HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βροντάω | Babel Free

Verb CEFR B1
/vɾonˈda.o/

Ορισμοί

  1. παράγω βροντή
  2. ρίχνει βροντές στη διάρκεια καταιγίδας
    impersonal
  3. προκαλώ έντονο θόρυβο χτυπώντας κάτι με δύναμη
  4. αντηχώ
  5. ρίχνω κάτι / κάποιον κάτω με δύναμη

Ισοδύναμα

English bang

Παραδείγματα

“≈ συνώνυμα: μπουμπουνίζει”
“※ Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι”
“βροντάνε τα κανόνια, οι τενεκέδες”
“βροντάω την πόρτα, ένα βιβλίο στο θρανίο κ.λπ. (συνήθως ογκώδες ή βαρύ αντικείμενο)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βροντάω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course