Meaning of βροντάω | Babel Free
/vɾonˈda.o/Ορισμοί
- παράγω βροντή
-
ρίχνει βροντές στη διάρκεια καταιγίδας impersonal
- προκαλώ έντονο θόρυβο χτυπώντας κάτι με δύναμη
- αντηχώ
- ρίχνω κάτι / κάποιον κάτω με δύναμη
Ισοδύναμα
English
bang
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: μπουμπουνίζει”
“※ Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι”
“βροντάνε τα κανόνια, οι τενεκέδες”
“βροντάω την πόρτα, ένα βιβλίο στο θρανίο κ.λπ. (συνήθως ογκώδες ή βαρύ αντικείμενο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.