Conjugation of βροντάω
vɾonˈda.oπροκαλώ έντονο θόρυβο χτυπώντας κάτι με δύναμη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βροντάω |
| εσύ | βροντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βροντάει |
| εμείς | βροντάμε |
| εσείς | βροντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βροντάνε |
Παρατατικός
| εγώ | βροντούσα |
| εσύ | βροντούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βροντούσε |
| εμείς | βροντούσαμε |
| εσείς | βροντούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βροντούσαν |
Αόριστος
| εγώ | βρόντηξα |
| εσύ | βρόντηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρόντηξε |
| εμείς | βροντήξαμε |
| εσείς | βροντήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρόντηξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βροντήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βροντήξω |
| εσύ | βροντήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βροντήξει |
| εμείς | βροντήξουμε |
| εσείς | βροντήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βροντήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βρόντα |
| εσείς | βροντάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βρόντηξε |
| εσείς | βροντήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βροντήξει |