HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βροντάω — definition

Conjugation of βροντάω

Regular CEFR B1
vɾonˈda.o

προκαλώ έντονο θόρυβο χτυπώντας κάτι με δύναμη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βροντάω
εσύ βροντάς
αυτός / αυτή / αυτό βροντάει
εμείς βροντάμε
εσείς βροντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά βροντάνε
Παρατατικός
εγώ βροντούσα
εσύ βροντούσες
αυτός / αυτή / αυτό βροντούσε
εμείς βροντούσαμε
εσείς βροντούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βροντούσαν
Αόριστος
εγώ βρόντηξα
εσύ βρόντηξες
αυτός / αυτή / αυτό βρόντηξε
εμείς βροντήξαμε
εσείς βροντήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά βρόντηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βροντήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βροντήξω
εσύ βροντήξεις
αυτός / αυτή / αυτό βροντήξει
εμείς βροντήξουμε
εσείς βροντήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά βροντήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βρόντα
εσείς βροντάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βρόντηξε
εσείς βροντήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
βροντήξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary