Meaning of Βούλα | Babel Free
/ˈvu.la/Ορισμοί
- χαϊδευτικό γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Βούλας)
- η σφραγίδα καθώς και (συνεκδοχικά) το έγγραφο στο οποίο αυτή υπάρχει
- τοπωνύμιο σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας
- προάστιο της Αθήνας
- σημάδι σε σχήμα κύκλου διαφορετικού χρώματος
- λακκάκι στο μάγουλο, στο σαγόνι ή το λαιμό
- ελώδης περιοχή ανατολικά των Τρικάλων, κοντά στο χωριό Κλοκοτός
- ειδικό σημείο με μια λευκή βούλα, στην οποία τοποθετείται η μπάλα πριν χτυπηθεί ένα πέναλτι κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα
Παραδείγματα
“Αγόρασα ένα κόκκινο φόρεμα με μωβ βούλες.”
I bought a red dress with purple spots.
“※ Και μπαίνει, που λέτε, την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς στην αίθουσα καταχαρούμενος και τι να δει; Πέντε όλους κι όλους φοιτητές πάλι: δυό Αμερικανές χίπισσες, έναν νεαρό Γάλλο με πατομπούκαλα για γυαλιά, μια Ινδή με βούλα στο μέτωπο και έναν μουσουλμάνο κύριο με ρόμπα. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“Για την εκτέλεση του πέναλτι η μπάλα τοποθετείται 11 μέτρα από την γραμμή τέρματος σε ειδική λευκή βούλα που υπάρχει στη μεγάλη περιοχή. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.