βούκερος
Ορισμοί
- πουλί που ανήκει στο γένος Βούκερος (Buceros) της οικογένειας των Βουκερόμορφων (Bucerotidae), τα οποία έχουν χαρακτηριστικά μεγάλο ράμφος και ζουν συνήθως σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα
- κοινή ονομασία για το αρωματικό φυτό Trigonella foenum-graecum ή Buceras foenum-graecum, που ευδοκιμεί στη Μέση Ανατολή, στην Ινδία, στην Κίνα κ.ά., και μπαχαρικό που παρασκευάζεται από τους σπόρους του
Ισοδύναμα
15 more languages
Afrikaansboskraai
Catalàcalau
Cymraegcornbig
Italianobucero
한국어코뿔새
Nederlandsneushoornvogel
Portuguêscalau
Русскийпти́ца-носоро́г
Tagalogkalaw
Tiếng Việthồng hoàng
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free