Σημασία του βούκερος | Babel Free
ˈvu.ce.ɾosΟρισμοί
- πουλί που ανήκει στο γένος Βούκερος (Buceros) της οικογένειας των Βουκερόμορφων (Bucerotidae), τα οποία έχουν χαρακτηριστικά μεγάλο ράμφος και ζουν συνήθως σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα
- κοινή ονομασία για το αρωματικό φυτό Trigonella foenum-graecum ή Buceras foenum-graecum, που ευδοκιμεί στη Μέση Ανατολή, στην Ινδία, στην Κίνα κ.ά., και μπαχαρικό που παρασκευάζεται από τους σπόρους του
Ισοδύναμα
Afrikaans
boskraai
Català
calau
Cymraeg
cornbig
Español
cálao
Italiano
bucero
한국어
코뿔새
Nederlands
neushoornvogel
Português
calau
Русский
пти́ца-носоро́г
Tagalog
kalaw
Tiếng Việt
hồng hoàng
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free