HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βομβάρδα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/voɱˈvaɾ.ða/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η μπομπάρδα
    Katharevousa, dated
  3. στη σημασία: μεσαιωνικό κανόνι
    Katharevousa, dated
  4. στη σημασία τύπος παλιού ιστιοφόρου πλοίου
    Katharevousa, dated

Ισοδύναμα

English Bombard

Παραδείγματα

“※ Καὶ σ’ ὀλίγες βδομάδες ὁ Σπύρος, ὁ γαμβρός, ἑτοιμάσθη νὰ κάμῃ ταξίδι, μὲ τὴν βομβάρδα τ’ ἀδερφοῦ του […]”
“κ’ ἐκάθισε ἀκόμη πέντ’ ἓξ ἡμέρες, ἐπειδὴ ἔκαμε μιὰ ὄψιμη χιονιά, κ’ οἱ βοριάδες ἐθύμωσαν, καὶ δὲν μποροῦσε ἡ βομβάρδα ν’ ἀρμενίσῃ καταπάν’ τὸν ἀέρα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βομβάρδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course