Meaning of βομβάρδα | Babel Free
/voɱˈvaɾ.ða/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
η μπομπάρδα Katharevousa, dated
-
στη σημασία: μεσαιωνικό κανόνι Katharevousa, dated
-
στη σημασία τύπος παλιού ιστιοφόρου πλοίου Katharevousa, dated
Ισοδύναμα
English
Bombard
Παραδείγματα
“※ Καὶ σ’ ὀλίγες βδομάδες ὁ Σπύρος, ὁ γαμβρός, ἑτοιμάσθη νὰ κάμῃ ταξίδι, μὲ τὴν βομβάρδα τ’ ἀδερφοῦ του […]”
“κ’ ἐκάθισε ἀκόμη πέντ’ ἓξ ἡμέρες, ἐπειδὴ ἔκαμε μιὰ ὄψιμη χιονιά, κ’ οἱ βοριάδες ἐθύμωσαν, καὶ δὲν μποροῦσε ἡ βομβάρδα ν’ ἀρμενίσῃ καταπάν’ τὸν ἀέρα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.