μπομπάρδα
Ορισμοί
- λιθοβόλο κανόνι της μεσαιωνικής εποχής που πετούσε βλήματα στα τείχη πολιουρκούμενης πόλης με σκοπό να προκαλέσει ρήγματα
- παλιότερος τύπος πλοίου με κανόνια
-
μεσαιωνικό πνευστό μουσικό όργανο που έμοιαζε με όμποε ή φαγκότο dated
- βαλβίδα, πιστόνι ή ρετζίστρο του εκκλησιαστικού οργάνου που ελέγχει την παραγωγή συγκεκριμένου χαρακτηριστικού ηχοχρώματος που θυμίζει από ομάδα αυλών (σωλήνων)
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةضرب
Българскибомбардирам
Catalàbombarda
Suomipommittaa
Bahasa Indonesiabombardir
한국어폭격하다
Latinabombarda
ไทยถล่ม
Українськабомбардувати
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: λομπάρδα / λουμπάρδα / λομβάρδα, παρωχημένο ή μεσαιωνικό: βομβάρδα”
“άλλες μορφές: βομβάρδα (καθαρεύουσα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free