Meaning of βλήτρο | Babel Free
Ορισμοί
- κυλινδρικό στέλεχος, συνήθως από μέταλλο και σπανιότερα από άλλο υλικό, με πεπλατυσμένη την μία άκρη του και ελικώσεις στον κορμό, που χρησιμοποιείται για συνδέσεις, στερεώσεις και συναρμολογήσεις
- βέργα οπλισμού που συνδέει δύο στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.