βιοτοξίνη
Ορισμοί
φυσική τοξική ουσία που παράγεται από ζωντανούς μικροοργανισμούς ή άλλα βιολογικά συστήματα και μπορεί, όταν εισέλθει στον ανθρώπινο ή ζωικό οργανισμό μέσω τροφής, νερού ή επαφής, να προκαλέσει δηλητηρίαση ή παθολογικές αντιδράσεις
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free