Meaning of βεβαίωση | Babel Free
/veˈve.o.si/Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία κάποιος βεβαιώνει κάτι, διαβεβαίωση
- επίσημο έγγραφο με το οποίο συντάκτης βεβαιώνει κάτι
- διαπιστωτική ενέργεια των αρμόδιων αρχών, επίσημη διαπίστωση
Παραδείγματα
“ζήτησε μια βεβαίωση από τη σχολή του ότι είναι φοιτητής για φορολογική χρήση”
“η βεβαίωση της αγορανομικής παράβασης έγινε από τους αστυνομικούς της Αγορανομίας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.