HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βαγονέτο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. μικρό ανοιχτό βαγόνι που χρησιμοποιείται σε ορυχεία
  2. βαγονέτο κουζίνας: μεγάλο συρτάρι με μηχανισμό κύλισης, που χρησιμοποιείται στην κουζίνα (για τοποθέτηση μπουκαλιών, πιάτων κ.ο.κ.)

Ισοδύναμα

Български вагоне́тка
English minecart
Español vagoneta
Suomi kaivosvaunu
日本語 トロッコ
Македонски вагонетка
Polski wagonetka
Português vagoneta
Русский вагонетка
Svenska malmhund
Tiếng Việt xe goòng

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαγονέτο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free