Meaning of βαγονέτο | Babel Free
Ορισμοί
- μικρό ανοιχτό βαγόνι που χρησιμοποιείται σε ορυχεία
- βαγονέτο κουζίνας: μεγάλο συρτάρι με μηχανισμό κύλισης, που χρησιμοποιείται στην κουζίνα (για τοποθέτηση μπουκαλιών, πιάτων κ.ο.κ.)
Ισοδύναμα
English
minecart
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.