Meaning of Βίκινγκ | Babel Free
/ˈvi.ciŋɡ/Ορισμοί
σκανδιναβοί θαλασσοπόροι, οι οποίοι, κατά τον μεσαίωνα, λεηλάτησαν και κάνανε εμπόριο με λαούς από όλη την Ευρώπη
Ισοδύναμα
English
Viking
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.