HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βίδα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈvi.ða/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. μηχανικό εξάρτημα με σπείρωμα, που χρησιμεύει στη σύνδεση τμημάτων ενός μηχανισμού ή στερέωση αντικειμένων σε σταθερή επιφάνεια
  3. ιδιοτροπία, παραξενιά ή ψυχολογική διαταραχή
    figuratively
  4. για το ζυμαρικό

Ισοδύναμα

English screw

Παραδείγματα

“※ Σηκώνει τὸ σῶμα γιὰ νὰ τὸ κρεμάση μὲ βίδες στὸ Σταυρὸ καὶ γιὰ νὰ γίνει πιὸ ἀληθινὴ ἡ Σταύρωση. (Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμᾶμαι τὴ Σμύρνη, Ἀθήνα 1972)”
“υπώνυμα: χειρόβιδα”
“※ Ο νους τ' ανθρώπου δε θέλει και πολύ για να στρίψει. Βίδα είναι αυτή και χαλάει. (Α. Δρόσος, Ανάμεσα στους πεθαμένους. Το βιβλίο του χαλασμού, Αθήνα 2005)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βίδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course