Meaning of βίδα | Babel Free
/ˈvi.ða/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μηχανικό εξάρτημα με σπείρωμα, που χρησιμεύει στη σύνδεση τμημάτων ενός μηχανισμού ή στερέωση αντικειμένων σε σταθερή επιφάνεια
-
ιδιοτροπία, παραξενιά ή ψυχολογική διαταραχή figuratively
- για το ζυμαρικό
Ισοδύναμα
English
screw
Παραδείγματα
“※ Σηκώνει τὸ σῶμα γιὰ νὰ τὸ κρεμάση μὲ βίδες στὸ Σταυρὸ καὶ γιὰ νὰ γίνει πιὸ ἀληθινὴ ἡ Σταύρωση. (Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμᾶμαι τὴ Σμύρνη, Ἀθήνα 1972)”
“υπώνυμα: χειρόβιδα”
“※ Ο νους τ' ανθρώπου δε θέλει και πολύ για να στρίψει. Βίδα είναι αυτή και χαλάει. (Α. Δρόσος, Ανάμεσα στους πεθαμένους. Το βιβλίο του χαλασμού, Αθήνα 2005)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.