HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βήτα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈvi.ta/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα (αρσενικό Βήτας)
  2. το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (β, κεφαλαίο: Β)
  3. δεύτερος, υποδεέστερος σε σχέση με κάτι άλλο
    adjective

Ισοδύναμα

English beta

Παραδείγματα

“βήτα κατηγορίας”
“προϊόντα βήτα διαλογής”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βήτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course