Meaning of βήτα | Babel Free
/ˈvi.ta/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα (αρσενικό Βήτας)
- το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (β, κεφαλαίο: Β)
-
δεύτερος, υποδεέστερος σε σχέση με κάτι άλλο adjective
Ισοδύναμα
English
beta
Παραδείγματα
“βήτα κατηγορίας”
“προϊόντα βήτα διαλογής”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.