Meaning of βητάς | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
μαθητής στρατιωτικής σχολής που έχει διακριτικό βαθμό βήτα familiar
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βήτα)
- ο αρχιφύλακας μη ανακριτικός υπάλληλος (ΜΑΥ) της Ελληνικής Αστυνομίας, επιλεγόμενος και «αρχιφύλακας β΄»
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.