HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βέτο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈve.to

Ορισμοί

η αρνητική παρέμβαση για να σταματήσει μια διαδικασία, η άρνησή της, εφ όσον μία χώρα ή ένας φορέας ή ένα άτομο έχει το δικαίωμα (ή το κύρος) από το νόμο (ή από θέση ισχύος). Το βέτο παρεμβάλλεται μόνο αρνητικά και συνήθως ασκείται εναντίον του δικαιώματος ενός άλλου

Ισοδύναμα

Englishveto
DeutschVeto
17 more languages
العربيةاعترضنقض
Bosanskiveto
Češtinavetovetovat
Ελληνικάαρνησικυρία
Hrvatskiveto
Italianoveto
한국어거부하다
Kurdîveto
Nederlandsveto
Portuguêsveto
Русскийвето
Српскиveto
Tiếng Việtphủ quyết

Παραδείγματα

“η Χ χώρα, επειδή είχε δικαίωμα βέτο, το άσκησε και πάγωσε την εισδοχή της Ψ χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση”
“η Χ χώρα δεν μπορούσε να ασκήσει νόμιμα βέτο, αλλά απείλησε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε περίπτωση εισδοχής της Ψ, οπότε πέτυχε να παγώσει τη διαδικασία ένταξης”
“λυπάμαι Γιώργο που δεν σε καλέσαμε, αλλά έβαλε βέτο ο Κώστας και το πάρτι γινόταν σπίτι του

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βέτο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free