Meaning of βέτο | Babel Free
/ˈve.to/Ορισμοί
η αρνητική παρέμβαση για να σταματήσει μια διαδικασία, η άρνησή της, εφ όσον μία χώρα ή ένας φορέας ή ένα άτομο έχει το δικαίωμα (ή το κύρος) από το νόμο (ή από θέση ισχύος). Το βέτο παρεμβάλλεται μόνο αρνητικά και συνήθως ασκείται εναντίον του δικαιώματος ενός άλλου
Ισοδύναμα
English
veto
Παραδείγματα
“η Χ χώρα, επειδή είχε δικαίωμα βέτο, το άσκησε και πάγωσε την εισδοχή της Ψ χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση”
“η Χ χώρα δεν μπορούσε να ασκήσει νόμιμα βέτο, αλλά απείλησε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε περίπτωση εισδοχής της Ψ, οπότε πέτυχε να παγώσει τη διαδικασία ένταξης”
“λυπάμαι Γιώργο που δεν σε καλέσαμε, αλλά έβαλε βέτο ο Κώστας και το πάρτι γινόταν σπίτι του”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.