Meaning of βέργα | Babel Free
Ορισμοί
- κομμένο λεπτό κλαδί χωρίς φύλλα
- γυναικείο επώνυμο
- σχετικά μακρύ και μικρής διατομής κομμάτι ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού
Ισοδύναμα
English
stick
Παραδείγματα
“πάρε μια βέργα λυγαριά μια ρίζα δεντρολίβανο ("Σε πότισα ροδόσταμο", τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη σε στίχους Ν. Γκάτσου)”
“ένα τέτοιο κλαδί βεργιδαρσίας ως όργανο σωματικής τιμωρίας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.