Meaning of αχλάδια | Babel Free
/a.xlaˈðʝa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αχλάδι accusative, nominative, plural, vocative
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- οπωροφόρο δέντρο του γένους Pyrus, με ωοειδή φύλλα και με καρπούς τα αχλάδια
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.