Meaning of αφαλοκόβω | Babel Free
/a.fa.loˈko.vo/Ορισμοί
-
κόβω τον ομφάλιο λώρο βρέφους που μόλις γεννήθηκε literally, vulgar
-
πονάει η μέση από σήκωμα μεγάλου βάρους vulgar
-
τρομάζω κάποιον, τον απειλώ ότι θα τον τιμωρήσω figuratively, vulgar
Παραδείγματα
“Για πρόσεχε καλά, κακομοίρη μου, μην το ξανακάνεις αυτό, γιατί θα σ’ αφαλοκόψω!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.