HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφαλοκόβω | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.fa.loˈko.vo/

Ορισμοί

  1. κόβω τον ομφάλιο λώρο βρέφους που μόλις γεννήθηκε
    literally, vulgar
  2. πονάει η μέση από σήκωμα μεγάλου βάρους
    vulgar
  3. τρομάζω κάποιον, τον απειλώ ότι θα τον τιμωρήσω
    figuratively, vulgar

Παραδείγματα

“Για πρόσεχε καλά, κακομοίρη μου, μην το ξανακάνεις αυτό, γιατί θα σ’ αφαλοκόψω!”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφαλοκόβω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course