Meaning of αφαίμαξη | Babel Free
Ορισμοί
- παραδοσιακή πρακτική κατά την οποία γίνεται τομή σε μία φλέβα του αρρώστου και αφήνεται να αιμορραγήσει για λίγο για θεραπευτικούς λόγους
-
η απόσπαση πολλών χρημάτων από ένα άτομο με δόλιο τρόπο figuratively
Ισοδύναμα
English
Bloodletting
Παραδείγματα
“Ένα δημοφιλές μέσο αφαίμαξης ήταν και οι βδέλλες.”
“Τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν θα οδηγήσουν σε νέα αφαίμαξη των εργαζομένων.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.