HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφαίμαξη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. παραδοσιακή πρακτική κατά την οποία γίνεται τομή σε μία φλέβα του αρρώστου και αφήνεται να αιμορραγήσει για λίγο για θεραπευτικούς λόγους
  2. η απόσπαση πολλών χρημάτων από ένα άτομο με δόλιο τρόπο
    figuratively

Ισοδύναμα

English Bloodletting

Παραδείγματα

“Ένα δημοφιλές μέσο αφαίμαξης ήταν και οι βδέλλες.”
“Τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν θα οδηγήσουν σε νέα αφαίμαξη των εργαζομένων.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφαίμαξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course