αυτοάνοσος
Ορισμοί
για νόσημα που αποδίδεται σε διαταραχές του ανοσοποιητικού κατά τις οποίες για διάφορους λόγους ο οργανισμός αντιμετωπίζει δικά του στοιχεία ως ξένα και επιτίθεται ουσιαστικά στον εαυτό του
Ισοδύναμα
16 more languages
العربيةمَنَاعِيّ ذَاتِيّ
Catalàautoimmune
Češtinaautoimunitní
Deutschautoimmun
Suomiautoimmuuni
Gaeilgeuath-imdhíonachta
Bahasa Indonesiaautoimun
Italianoautoimmune
日本語自己免疫の
한국어자가 면역(自家免疫)의
Nederlandsauto-immuun
Polskiautoimmunologiczny
Portuguêsautoimune
Românăautoimun
Русскийаутоиммунный
Tiếng Việttự miễn
Παραδείγματα
“αυτοάνοση ασθένεια”
“αυτοάνοση νόσος”
“αυτοάνοσο νόσημα”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free