Σημασία του αυξήσεις | Babel Free
afˈksi.sisΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αύξηση
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι εργαζόμενοι ζήτησαν αυξήσεις στους μισθούς τους.”
The workers asked for raises in their salaries.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free