αυλακάρης
Ορισμοί
ο υπεύθυνος για τη χρήση του νερού (για πότισμα, άλεσμα σε νερόμυλο κ.λπ.) που ρέει σε μια αύλακα / ένα αυλάκι
dated
Παραδείγματα
“※ Γι’ αυτό υπήρχε συμφωνία υπογεγραμμένη μεταξύ καλλιεργητών, μυλωνάδων και κοινότητας για το ποιες και πόσες ώρες θα λειτουργούσε ο μύλος και ποιες και πόσες ώρες θα πότιζαν οι κάτοικοι. Κάπου–κάπου υπήρχαν και μικροτσακωμοί. Για την αποκατάσταση της ηρεμίας παρενέβαινε ο αυλακάρης που είχε επίσημα δικαιώματα. Σχετικά, μου είπε, παλαιότερα, ένας κάτοικος του χωριού, που είχε διατελέσει για αρκετά χρόνια υδρονομέας, ότι ο μύλος άλεθε οχτώ ώρες, συνήθως νυχτερινές, και τις υπόλοιπες δεκαέξι πότιζαν οι γεωργοί τα χωράφια τους. (Αθανάσιος Τσαγκαρσούλης, «Το Καστράκι που χάθηκε. Οι νερόμυλοι», Τα Μετέωρα, 1450 (Καλαμπάκα, 06.05.2022) 22)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free