Meaning of ατοπία | Babel Free
Ορισμοί
- το να είναι κάποιος άτοπος, η ιδιότητα του άτοπου
- ατόπημα
-
εμφάνιση αλλεργιών και αλλεργικών αντιδράσεων λόγω κληρονομικής προδιάθεσης neologism
Παραδείγματα
“Υπώνυμα: αλλεργία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.