Meaning of άτοπο | Babel Free
Ορισμοί
- αυτό που δεν έχει θέση, δεν μπορεί να υπάρχει ποτέ και πουθενά ή που είναι αδύνατον να υπάρχει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, το παράλογο, που δεν εσταθεί, δεν στέκει, που αντιφάσκει πλήρως με τον εαυτό του ή αντιβαίνει σε βασικές αρχές, το απαράδεκτο
- αυτό που είναι παράλογο και δεν μπορεί να ευσταθεί, άρα καθώς αποκλείεται μαζί με άλλα ως αδύνατον, αφήνει ως λύση την μόνη απομένουσα ως δυνατή (συλλογιστική επίλυσης με μέθοδο την "εις άτοπον απαγωγή" ή "την εις αδύνατον απαγωγή" και "αναγωγή", φράση που διεθνοποιήθηκε από το λατινινό reductio ad absurdum αλλά που είχε προέλθει απο λατινική μετάφραση των ελληνικών όρων του Αριστοτέλη και του Ευκλείδη)
- το αδύνατο, με τη συλλογιστική των μαθηματικών και της μεθόδου της "εις άτοπον απαγωγής" να μεταφέρεται και σε άλλους τομείς επιστημονικής ή και καθημερινής σκέψης
Παραδείγματα
“Αυτό που προτείνουν είναι άτοπο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ρεαλιστικά πουθενά”
“Είναι άτοπο να μη μπορεί η κατηγορούσα αρχή να...”
“Ἔστι δὲ καὶ ἀναγαγεῖν πάντας τοὺς συλλογισμοὺς.... ἀλλ' οἱ μὲν καθόλου τοῦ στερητικοῦ ἀντιστραφέντος, τῶν δ' ἐν μέρει ἑκάτερος διὰ τῆς εἰς τὸ ἀδύνατον ἀπαγωγῆς. (Αναλυτικών Προτέρων, 7, Αριστοτέλης)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.