HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ατομικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/a.to.miˈkos/

Ορισμοί

  1. που αφορά ένα άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων
  2. που έχει σχέση με το άτομο (το πιο μικρό στοιχείο της ύλης που διατηρεί το βασικό της χαρακτήρα)
  3. που έχει σχέση με την πυρηνική ενέργεια ή τη μελέτη της
  4. που είναι αδύνατο να χωριστεί
  5. σύνολο λειτουργιών που αντιμετωπίζονται σαν μία και αδιαίρετη (βλ. ατομικότητα)
  6. τιμή που λαμβάνεται σαν ολότητα και δεν πρέπει να υποδιαιρείται σε περισσότερες τιμές, όπως σε κάποιες περιπτώσεις μιά συμβολοσειρά (string)

Ισοδύναμα

English Atomic

Παραδείγματα

“ατομική βόμβα”

atomic bomb

“ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις, ατομική ψυχολογία, ατομική φωνολογία ή φωνολογία του ατόμου”
“ατομικός αριθμός”
“ατομική ενέργεια, ατομικός επιστήμονας”
“Αντίθετα από το μοντέλο ΟΣ που επιτρέπει σύνθετα και πλειότιμα γνωρίσματα, στο σχεσιακό μοντέλο κάθε γνώρισμα παίρνει ατομικές τιμές, δηλαδή μια απλή τιμή.”
“Mε τον όρο ατομικές (atomic) εννοούμε ότι καμιά τιμή από το πεδίο ορισμού δεν μπορεί να διασπαστεί, στα πλαίσια του σχεσιακού μοντέλου.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ατομικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course