Meaning of αστράκια | Babel Free
/a.stɾaˈca/Ορισμοί
-
άλλη μορφή του αστρέχα επίσης οι σημασίες: idiomatic
-
κονίαμα με άμμο, ασβέστη και διάφορα θραύσματα (αρχαία ελληνική ὄστρακον) και επιστέγασμα κατασκευασμένο από τέτοιο υλικό idiomatic
-
η οστρακιά Demotic
-
κοινή ονομασία για το φυτό Amelanchier ovalis subsp. cretica, Αρωνία, υποείδος η κρητική Demotic
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αστράκι accusative, nominative, plural, vocative
-
η στέγη general, idiomatic
Παραδείγματα
“Για τον ορισμό αυτόν της αστρακιάς με τη σημασία «ὀστρακοκονία» ο Δημητράκος παραπέμπει στον ορισμό του Ησύχιου για το «θόλος»:”
“*<θολος>· στρογγυλοειδὴς οἶκος ASvg, δι' ὀστράκων †εἰλημμένος ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Θ”
“※ [δημοτικό δίστιχο]”
“το 'να μου αφτί κάνω αστρακιά και τ' άλλο μου κανάλι να μου τα λένε από τη μια, να βγαίνουν απ' την άλλη”
“και τον ορισμό «υδρορρόη στέγης» του Ανδριώτη (για τη μορφή «αστράχα»)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.