Meaning of ασκητής | Babel Free
Ορισμοί
- ερημίτης, καλόγερος ή αναχωρητής που ζει με στερήσεις, μακριά από τον κόσμο
- ανδρικό επώνυμο
-
που ζει λιτά και μοναχικά figuratively
Ισοδύναμα
English
Ascetic
Παραδείγματα
“δεν τον έχει δει ψυχή εδώ και χρόνια, αφού ζει σαν ασκητής σε ένα απομονωμένο μέρος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.